Πόσες φορές δεν ανακαλούμε στη μνήμη μας τις γεύσεις των παιδικών μας χρόνων; Τη μυρωδιά και τη γεύση που είχαν τα λαχανικά και τα φρούτα όταν τα τρώγαμε στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Εκείνη τη χαρακτηριστική επίγευση που έμενε και σε έκανε να θυμάσαι.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, αυτές οι γεύσεις σπανίζουν. Πού οφείλεται αυτό και πώς μπορούμε να τις ξαναβρούμε;
Μέχρι σχετικά πρόσφατα, στις περισσότερες – κυρίως στις αγροτικές περιοχές της χώρας οι άνθρωποι καλλιεργούσαν τα δικά τους λαχανικά κρατώντας σπόρο από τη μία χρονιά στην επόμενη. Οι σπόροι αυτοί, πολλές φορές κουβαλούσαν βαριά ιστορία καθώς έχουν έρθει στη χώρα ακόμη και κατά τις προσφυγικές ροές. Περνούσαν από χέρι σε χέρι και από γενιά σε γενιά, κουβαλώντας την εμπειρία ανθρώπων αλλά και ολόκληρων εποχών.
Κάθε σπόρος, κάθε παραδοσιακή ποικιλία ήταν πλήρως προσαρμοσμένη στις εδαφοκλιματικές συνθήκες της κάθε περιοχής. Αυτό φυσικά δε συνέβη από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας προσαρμογής. Έτσι, δίναν καρπούς πιο αρωματικούς και γευστικούς, που σε πολλούς από εμάς θυμίζουν τη γεύση της παιδικής ηλικίας.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η καλλιέργεια των σπόρων αυτών μειώθηκε και ο λόγος είναι κυρίως πρακτικός: Οι ποικιλίες αυτές είναι ιδιαίτερα ευπαθείς σε έντομα και ασθένειες γεγονός που μειώνει το ενδιαφέρον των καλλιεργητών. Ταυτόχρονα, τα υβρίδια – δηλαδή βελτιωμένοι σπόροι πιο ανθεκτικοί αλλά και πιο ομοιόμορφοι – έχουν κερδίσει έδαφος έναντι των παραδοσιακών σπόρων. Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς σπόρους, τους υβριδικούς δεν μπορούμε να τους κρατήσουμε για την επόμενη χρονιά.
Πως μπορούμε να ξαναφέρουμε λοιπόν τη γεύση και τα αρώματα στο πιάτο μας; Ξεκινώντας απλά: εντοπίζοντας τις τοπικές παραδοσιακές ποικιλίες, καλλιεργώντας τες σε μικρή κλίμακα, κρατώντας σπόρο και μοιράζοντάς τον. Μπορούμε να προμηθευτούμε παραδοσιακούς σπόρους από οργανώσεις διατήρησης σπόρων, από αγρότες που καλλιεργούν τοπικές ποικιλίες ή από γιορτές και δίκτυα ανταλλαγής σπόρων.
Επιλέγοντας παραδοσιακές ποικιλίες για να καλλιεργήσουμε την τροφή μας, ενισχύουμε τη βιοποικιλότητα, καλλιεργούμε την ιστορία μας και επιλέγουμε συνέχεια και σχέση με τη γη. Κάνουμε μια πράξη φροντίδας για το περιβάλλον μας, για τον εαυτό μας, όμως ταυτόχρονα φροντίζουμε και όσους θα έρθουν μετά από εμάς, συμβάλλοντας στον αέναο κύκλο της ζωής.
Σε έναν σύγχρονο κόσμο που προωθεί την ταχύτητα και την ομοιογένεια, οι σπόροι αυτοί λειτουργούν ως ζωντανή υπενθύμιση του πώς καλλιεργούσαμε σε ισορροπία με το περιβάλλον. Η φροντίδα ενός παραδοσιακού σπόρου καλλιεργεί υπομονή, παρατήρηση και ενσυνειδητότητα. Βλέπεις τη συνέχεια. Νιώθεις ότι ανήκεις.

